ιστορία της έρευνας σιτηρών στην Ελλάδα και του Ινστιτούτου Σιτηρών αρχίζει από το έτος 1923. Λίγους μήνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ένας νεαρός Ναξιώτης γεωπόνος, ο Δρ Ιωάννης Παπαδάκης (1903-1997) σπουδαγμένος στο Ζαμπλού του Βελγίου και στη Γαλλία, πείθει τον Υπουργό Γεωργίας Αλέξανδρο Παπαναστασίου και τον Υποδιοικητή της ΕΤΕ (του Κλάδου Αγροτικής Πίστης) Αλέξανδρο Κορυζή να χρηματοδοτήσουν την έρευνα των σιτηρών. Ως αποτέλεσμα ο κ Παπαδάκης εγκαθιστά τους πρώτους πειραματικούς αγρούς αξιολόγησης εγχώριων και ξένων ποικιλιών σιταριών σε τέσσερις περιοχές της χώρας. Το Μάρτιο του 1924 αποφασίσθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας η ίδρυση του "Ειδικού Σταθμού Καλλιτερεύσεως Φυτών" με έδρα τη Λάρισα και το 1924-1925 το πρόγραμμα αξιολόγησης του σιταριού επεκτάθηκε σε εννέα περιοχές, για την αξιολόγηση μεγάλου αριθμού εγχώριων και ξένων ποικιλιών, με κορυφαίες τις ποικιλίες KANBERRA (Αυστραλία) και ΜΕΝΤΑΝΑ (Ιταλία) που προωθήθηκαν στην καλλιέργεια με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Παράλληλα άρχισε και το πρόγραμμα δημιουργίας νέων ποικιλιών. Το 1927 ο Σταθμός μεταφέρθηκε στη θέση του Ινστιτούτου Σιτηρών στη Θεσσαλονίκη,  ενώ αναπτύχθηκε δίκτυο Υποσταθμών στις κυριότερες σιτοπαραγωγικές περιοχές της χώρας (Λάρισα, Άγιος Μάμας Χαλκιδικής, Σέρρες, Πτολεμαΐδα, Μεσσαρά Κρήτης κλπ.). Οι αυξημένες όμως ανάγκες της χώρας μας για αρτοποίηση κατεύθυναν τη βελτίωση στη δημιουργία ποικιλιών μαλακού σιταριού υψηλών αποδόσεων, με προσαρμοστικότητα στα διαφορετικά ελληνικά περιβάλλοντα. Οι ερευνητικές δραστηριότητες επικεντρώθηκαν στη βελτίωση ντόπιων πληθυσμοί με ξένους, έτσι ώστε οι νέες ποικιλίες να αποδίδανε καλύτερα στις ελληνικές συνθήκες. Το μεγαλύτερο ιστορικά επίτευγμα της έρευνας του Ινστιτούτου Σιτηρών ήταν ότι το 1957 η χώρα μας πέτυχε τη σιτάρκεια με την ποικιλία μαλακού σιταριού Γ-38290 δημιουργία του Ινστιτούτο Σιτηρών. Σήμερα μετά από συγχωνεύσεις στη θέση του Ινστιτούτου Σιτηρών έχει ιδρυθεί το 2014 το Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων (Το Οργανόγραμμα για τον ΕΛΓΟ Δήμητρα).